Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Και μετά τους Αιγός Ποταμούς τι..; (2ο μέρος)


Ημερολόγιό μου,
Έχουν ήδη περάσει πολλές εβδομάδες από τότε που ο άνδρας μου απέπλευσε με προορισμό την κατατρόπωση των Σπαρτιατών. Έκτοτε δεν έχω μάθει νέα του. Τα παιδιά μας τον αναζητούν. Προσπαθώ να τα καθησυχάσω, αλλά για πόσο ακόμα; Κι αν έχει συμβεί το μοιραίο; Τι θ’ απογίνουμε εμείς; Οι χήρες και τα ορφανά βοηθούνται οικονομικά, όμως το πραγματικά αβάσταχτο θα είναι οι συγκαταβατικές ματιές των γειτόνων. Τουλάχιστον θα κληρονομήσουν την περηφάνια για τα κατορθώματα του πατέρα τους. Από την άλλη όμως… Αν λιποτάκτησε, η ντροπή αυτή θα στοιχειώνει τα παιδιά μας. ‘’Τα παιδιά του δειλού’’. Σαν να ακούω ήδη τα κακόβουλα σχόλια. Ας μην προτρέχω. Δεν ξέρω καν την έκβαση της μάχης και έχω κιόλας πλάσει σενάρια καταστροφής. Υποθέτω ότι φταίει η ανησυχία της μάνας και της συζύγου. Εναποθέτω τις ελπίδες μου στους θεούς! Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να συνεχίσω την καθημερινότητά μου.
Έχει βραδιάσει. Ακούγονται κάτι αμυδρά θροΐσματα. Πιθανόν θα είναι τα ζώα από τα γύρω δάση. Κάποιος χτυπάει την πόρτα. Μήπως έγινε το θαύμα;!
Είναι η γειτόνισσα. Αλαφιασμένη με αρπάζει από το χέρι, οδηγώντας με στην αγορά. Προσπαθώ να μάθω τι συμβαίνει. Μουρμουρίζει ακατάληπτα, με χείλη πανιασμένα. Ξαφνικά η αλήθεια άστραψε μέσα στο μυαλό μου. Γύρισαν! Αρχίζω να τρέχω με όλη μου τη δύναμη. Δεν μπορώ να συγκρατήσω τη χαρά μου. Επιτέλους! Επιτέλους!
Η αγορά είναι κατάμεστη. Οι άνθρωποι βουίζουν σαν μελίσσι. Όλοι τους ντυμένοι με τους πρόχειρους χιτώνες. Αναζητώ κάποιο οικείο πρόσωπο. Κανένα. Είμαι έτοιμη να ρωτήσω την κοπέλα δίπλα μου τι συμβαίνει. Και τότε ακούγεται ένα αλύχτισμα σαν πληγωμένο ζώο. Είναι όμως ανθρώπινο! Ακούστηκε από την κατεύθυνση της πύλης του άστεως. Τρέχω αλλόφρων. Μια τρομερή υποψία αρχίζει να σχηματίζεται στο μυαλό μου. Το πλήθος είναι πολύ πυκνό. Νήπια που κλαίνε. Μανάδες που προσπαθούν να συγκρατήσουν τα δικά τους δάκρυα. Ηλικιωμένοι έτοιμοι να καταρρεύσουν. Τους προσπερνώ, φτάνοντας μπροστά στην πύλη. Μένω άναυδη. Τα μακρά τείχη ξεχειλίζουν από απόγνωση. Γυναίκες που θρηνούν και τραβούν τα μαλλιά τους. Άλλες κείτονται σαν ζωντανά κουφάρια, με βλέμμα απλανές. Ρωτώ να μάθω τι έγινε. ‘’Η Πάραλος’’, είπαν. Ηττηθήκαμε. Οι στρατιώτες ήταν αιχμάλωτοι και επρόκειτο να εκτελεσθούν. Παγώνω. Δεν μπορεί να είναι δυνατόν. Νιώθω κάτι στο μπράτσο μου. Το πέταλο ενός λουλουδιού. Ξαφνικά, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Πρέπει να αποδράσω. Στην ατμόσφαιρα πλανιέται η μυρωδιά της σήψης και του θανάτου. Τι πικρή ειρωνεία αν σκεφτεί κανείς ότι εμείς είμαστε ακόμη ζωντανοί. Όμως όχι για πολύ ακόμη.
Τα παιδιά μου. Πρέπει να προλάβω. Τόσο νέα και αθώα. Πρέπει να τα σώσω. Ο πόλεμος μου στέρησε την ιδιότητα της συζύγου, όχι όμως και της μητέρας.
Κοιμούνται τόσο γαλήνια. Μακάρι να μην χρειαζόταν να ξυπνήσουν σ’ αυτόν τον εφιάλτη. Τους ετοιμάζω πρόχειρα ένα καλάθι με τα απαραίτητα, αγνοώντας τις ερωτήσεις τους. Τα συνοδεύω ως τους πρόποδες της Πάρνηθας, όπου μένει η αδερφή μου. Ξέρω ότι θα είναι ασφαλή κοντά της.
Επιστρέφω στο άστυ. Όλως περιέργως έχω ηρεμήσει. Το κλίμα πανικού οξύνει τις αισθήσεις μου και καθαρίζει το μυαλό μου. Ξέρω τι πρέπει να κάνω.
Ο οδυρμός γίνεται όλο και πιο έντονος. Άνθρωποι θρηνούν για τις απώλειες αγαπημένων προσώπων και οικτίρουν τους εαυτούς τους. Προσπαθώ να τους παρηγορήσω. Άλλοι με διώχνουν, λέγοντας πως δεν μπορώ να καταλάβω το μαρτύριό τους. Άλλοι δέχονται με ευγνωμοσύνη τα λόγια συμπαράστασης.
Όταν ο ήλιος άρχισε να ανατέλει, όλες οι κραυγές είχαν σωπάσει. Καταβεβλημένα πρόσωπα με μάτια άδεια απ’το θρήνο και την αυπνία. Ο ήχος της σάλπιγγας αφύπνισε μερικούς. Εμφανίστηκε ένας αγγελιαφόρος που ανακοίνωσε τη σύγκληση της εκκλησίας του δήμου. Αυτή τη φορά, λόγω των συνθηκών, επιτρεπόταν η συμμετοχή των γυναικών. Και μόνο αυτό αποτελούσε ακράδαντη απόδειξη του επικείμενου κινδύνου.
Αποφασίστηκε η φραγή των λιμανιών, η επιδιόρθωση των τειχών και η τοποθέτηση φρουρών. Όλοι συνεισφέραν είτε λίγο είτε πολύ. Το άστυ θυμίζει στρατόπεδο. Όλοι προσποιούνται πως η χθεσινή νύχτα δεν συνέβη ποτέ. Δύσκολο να αγνοήσεις την πραγματικότητα. Πρέπει να υπερασπιστούμε την Αθήνα εις μνήμην των νεκρών μας. Πρέπει…
            Γαλανοπούλου Μαρία Α1


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου